Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

ΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΩΝ

Η ονομασία τους προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος».
Οι Αρχαίοι πίστευαν ότι οι ψυχές έβρισκαν τις πόρτες του Άδη ανοιχτές και ανέβαιναν στον επάνω κόσμο, όπου γύριζαν για μέρες παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. Η πίστη στους καλικάντζαρους προήλθε από ελληνικές και ρωμαϊκές γιορτές του Δεκεμβρίου, όπως ήταν τα Σατουρνάλια, τα Βρουμάλια και τα Κρόνια, πού συνδυάζονται με το χειμερινό ηλιοτρόπιο και τη γενέθλια ημέρα του «αήττητου» Θεού Ηλίου, την 25 Δεκεμβρίου.
Αργότερα, στο Βυζάντιο, για να γιορτάσουν το Δωδεκαήμερο (τις μέρες από 25 έως και 5 Ιανουαρίου-παραμονή των Φώτων) κάποιοι, μασκαρεμένοι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, με μουσικές και τραγούδια. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι ακόμη και από την καμινάδα, απαιτώντας λουκάνικα, φαγητά και γλυκά, ως πραγματικοί εισβολείς, για δώδεκα μέρες ως τον Μεγάλο Αγιασμό. Την ημέρα των Φώτων τα πάντα ησύχαζαν.
Με το πέρασμα των αιώνων αυτές οι παράξενες συμπεριφορές στοίχειωσαν στην φαντασία των ανθρώπων. Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονταν ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούσαν οι Καλικάντζαροι.
Οι καλικάντζαροι ήταν κατάμαυρα, μαυριδερά, τριχωτά, με ουρά και μακριά χέρια μικροσκοπικά, περίεργα πλάσματα, σαν ξωτικά. Όντα πολύ άσχημα, με χοντρά ξυλοπάπουτσα ή ανθρωπόμορφοι με πόδια τράγου.
Τους λένε και Παγανά ή Καλιοντζήδες ή Τσιλικρωτά ή Αερικά ή Λυκοκάντζαρους ή Καλλικαντζαραίους ή Σκαλλικαντζάρους.
Τους φαντάζονταν σαν μαυριδερά, ψηλά και κοκαλιάρικα κακάσχημα όντα, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου, που συνέχεια όλη την ώρα χοροπηδούσαν γκρινιάζοντας, φωνάζοντας και τραγουδώντας. Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω από τη γη τρώγοντας τον κορμό της, στον κάτω κόσμο και ζήλευαν τον απάνω κόσμο.
Γι΄ αυτό λοιπόν, άλλοι με πριόνια, άλλοι με τσεκούρια κι άλλοι με μπαλντάδες έβαζαν όλη τη δύναμή τους να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο, που στηριζόταν η γη για να την κάνουνε να βουλιάξει.
Ο στύλος όμως ήταν πολύ χοντρός και γι αυτό χρειαζόταν μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια. Παραμονές Χριστουγέννων τα είχαν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης ήταν έτοιμο να κοπεί και να πέσει.
Όταν έφτανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, από φόβο μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει, έφευγαν κι ανέβαιναν στον απάνω κόσμο, στη γη, για να τυραννήσουν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους. Χιλιάδες από δαύτους έβγαιναν από κάθε τρύπα στην επιφάνεια. Φοβόντουσαν πολύ το φως και κρυβόντουσαν την ημέρα.
Έτσι λοιπόν οι καλικάντζαροι το Δωδεκαήμερο έκαναν ένα σωρό τρέλες, γύριζαν στους δρόμους, ανέβαιναν στα κεραμίδια και έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των παραθυριών σε σπίτια που δεν τα είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους.
Τους άρεσε να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που είχαν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λέρωναν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και άφηναν τις ακαθαρσίες τους όπου έβρισκαν. Τίποτε βέβαια δεν έκλεβαν, αλλά αναστάτωναν τόσο πολύ το σπίτι που το έκαναν αγνώριστο και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά στο τζάκι.
Γι΄ αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις ημέρες φροντίζανε να φράζουν τις τρύπες των τζακιών με πανιά και με αγκάθια. Ακόμα καίγανε λιβάνι σε θυμιατό κοντά στο τζάκι, γιατί οι καλικάντζαροι δεν άντεχαν αυτή τη μυρωδιά.

Επιλογή κειμένων –επεξεργασία τάξη Γ΄