Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

ΑΠΟΚΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑ


Η αποκριά έρχεται σχεδόν αθόρυβα, χωρίς μεταμφιέσεις και ξεφαντώματα . Αυτά συμβαίνουν στην Καστοριά το Γενάρη. Όμως και πάλι μέσα από τις μπουμπούνες της αποκριάς, τις μεγάλες φωτιές που ανάβουν στις πλατείες της πόλης , ξαναζούν οι αρχαίες δοξασίες που συνδέονται με τη λατρεία της φωτιάς .Μέσα από τη χριστιανική πίστη η «μπουμπούνα» έρχεται μαζί με τη νηστεία να «καθαρίσει» συμβολικά τη ψυχή και το σώμα μας .
Σε ανάμνηση αυτού του σπουδαίου γεγονότος , που άλλαξε στο πέρασμα των αιώνων τη ζωή και τον πολιτισμό μας , γίνεται στην Καστοριά , κάθε χρόνο της μεγάλης Αποκριάς , το άναμμα της «μπουμπούνας». Η νοικοκυρά ετοίμαζε για την μέρα αυτή κότα με αρμιά και έφτιαχνε για την περίσταση σιμιγδαλένιο χαλβά για μετά το μεσημέρι αλλά και για το κλείσιμο της Αποκριάς . Το βράδυ το σκηνικό άλλαζε.
Στο καθημερινό χειμωνιάτικο δωμάτιο εκτυλίσσονταν η τελευταία πράξη του αποκριάτικου εθίμου, ο χάσκαρης . Πριν τελειώσει το καθιερωμένο επίσημο δείπνο , ο χάσκαρης διασκέδαζε την οικογένεια . «Καίω τους εχθρούς , καίω τους ψύλλους», έλεγε η μητέρα κάθε φορά που τελείωνε ο χάσκαρης , κι έκαιγε με σπίρτο την κλωστή του.


ΧΑΣΚΑΡΗΣ


Στα Καστοριανά σπίτια οι νοικοκυραίοι τηρούν το έθιμο του Χάσκαρη. Μετά το βραδινό φαγητό, και ενώ όλα τα μέλη της οικογενείας είναι συγκεντρωμένα , έρχεται η ώρα για αυτό το περίεργο παιχνίδι όπου ο καθένας προσπαθεί με το στόμα του ανοιχτό ένα αυγό που αιωρείται μπροστά τους , δεμένο σε μια κλωστή κρεμασμένο σε ξύλινο ραβδί. Το έθιμο είναι συμβολικό. Το αυγό είναι αυτό που φράζει στο στόμα των πιστών για την επερχόμενη νηστεία της Σαρακοστής για να το ανοίξει πάλι με το τσούγκρισμα στο τραπέζι της Ανάστασης.


Η μαθήτρια τις Ε΄ τάξης Βάσκου Καλλιόπη



ΕΘΙΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ


Την Κυριακή της Τυρινής (Τυροφάγου) οι γυναίκες του χωριού έκαναν γλυκές πίτες «μπακλαβάδες» και τις πήγαιναν στην εκκλησία για να «σχωράν» τους πεθαμένους τους. Ακόμη έκαναν επισκέψεις στα σπίτια εκείνων, με τους οποίους ήταν μαλωμένοι. Τους πρόσφεραν πίτα και έλεγαν συγγνώμη ο ένας στον άλλον. Επίσης, έβαφαν αυγά με «τσέφλες» (φλούδες) από κρεμμύδι, τα οποία έπαιρναν ένα ωραίο πορτοκαλί χρώμα.
Μετά το βραδινό γεύμα βγαίνανε έξω οι χωριανοί παρέες – παρέες και ανάβανε τις «μπουμπούνες». Από τη Δευτέρα της αποκριάς τα παιδιά γύριζαν στους μαχαλάδες και μάζευαν ξύλα, άχυρα και άλλα υλικά για να ανάψουν τις μπουμπούνες. Όλα αυτά τα φύλαγαν στις αποθήκες για να μην τα κλέψουν τα παιδιά από άλλους μαχαλάδες. Γύρω από τις φωτιές γλεντούσαν και χόρευαν. Τρώγανε μεζέδες, πίνανε κρασί και πηδούσαν πάνω από τις «μπουμπούνες», για να διώχνουν τους ψύλλους. Καθόταν όλοι μέχρι αργά το βράδυ και κατά τα ξημερώματα γύριζαν στα σπίτια τους.
Μερικά στιχάκια που έλεγαν στις Απόκριες ήταν τα ακόλουθα :
« Τώρα, τώρα είναι Απόκριες που παντρεύονταν οι γριές.
Έλα εδώ. Δεν έρχομαι είναι κορίτσια, αντρέπουμαι.»

« - Λαζάρκω, μαρ’ Λαζάρκω, που τον βρήκες τον γαμπρό; ;
- Εγώ τον βρήκα στο παζάρ, έτρωγε ψωμί και ψαρ’.»


Οι μαθήτριες της ΣΤ΄ τάξης Χρυσή Στούμπου & Ρούλα Παγώνη